«Η
σχέση κράτους θρησκείας στο Βυζάντιο προσέδωσε από τη σύστασή της, στη
αποκαλούμενη και Νέα Ρώμη, τη φυσιογνωμία μιας θρησκείας αυτοκρατορικής που
αρθρώθηκε με μια επίσημη εκκλησία και την πίστη στο ορθόδοξο δόγμα. Αυτό δε
σημαίνει βέβαια πως οι σχέσεις Κράτους – Θρησκείας δεν υπήρξαν κατά περιόδους
θυελλώδεις, άλλοτε σχέσεις υπαγωγής της μιας πλευράς στην άλλη, άλλοτε σχέσεις
αντίθεσης κι στο μεγαλύτερο διάστημα σχέσεις γόνιμης συνύπαρξης.
Με την πτώση του το Βυζάντιο αφήνει μια σημαντική
κληρονομιά πολιτική, πνευματική και πολιτιστική. Η νεοσύστατη οθωμανική
αυτοκρατορία στηρίζεται στο καταπίστευμα αυτό σε τέτοιο βαθμό που στη Δύση
εκτιμούσαν πως για τον Μωάμεθ το Β,΄ που μιλούσε Ελληνικά, αρκούσε η
θρησκευτική του μεταστροφή για να επιτευχθεί η επανόρθωση στο προηγούμενο
καθεστώς.
Στο
θρησκευτικό επίπεδο η διατήρηση της εκκλησίας και του Πατριαρχείου διασφάλιζαν,
θεσμικά και ουσιαστικά, την επιβίωση της ορθοδοξίας και η αίγλη τους ωθούσε
τους ευγενείς Ρώσους να σφετερισθούν την πολιτική κληρονομιά για να καθιερώσουν
τη Μόσχα ως τρίτη Ρώμη.
Η
διανοητική κληρονομιά διαδόθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Δύση. Η οργάνωση του
Κράτους και της εκκλησίας απαιτούσε κατάλληλα καταρτισμένα στελέχη που
εμπλούτιζαν την οργανωτική αντίληψη του κράτους με αναφορά και στη θεολογική
τους παιδεία. Η συνεχής αλληλεπίδραση με την εκκλησιαστική και ιδιαίτερα
μοναστική οργάνωση ήταν εμφανής.