Showing posts with label Ν. Θ.. Show all posts
Showing posts with label Ν. Θ.. Show all posts

Tuesday, June 27, 2017

Χωριό

Ένα πολύ ωραίο αφήγημα!!!

Σιδηροχώρι Σερρών

Χωριό
Χμμμ  Χμμμ Παλιοζωή! Πως σε κατάντησα έτσι!!! Δίχως μάτια, δίχως αυτιά και γεύση. Δίχως μυρουδιές και σμίλεμα. Πως σε κατάντησα έτσι! Στην πόλη που άλλοι ονειρεύτηκαν για μένα για το καλό μου… χωρίς να με ρωτήσουν, χωρίς να με γνωρίσουν…
 Όλα για το καλό μου!!! Και έμεινα χωρίς φωνή, χωρίς μιλιά. Ποιος  να σε καταλάβει; Και γιατί να το κάνει; Επειδή τον κατάλαβες εσύ! Γι αυτό σε έστειλε ο Θεός και μη παραπονείσαι!
Κι αν θες ν΄αλλάξεις; Φύγε! Φύγε μακρυά στη γη των πατέρων σου εκεί θα βρεις γαλήνη. Εκεί θα νοιώσεις τους παλμούς της γης σαν τους παλμούς της μάνας! Πάτα τη γη και χόρεψε ρωτώντας το λουλούδι «Μ΄αγαπά, δε μ΄αγαπά, μ΄αγαπά, δε μ΄αγαπά»!
Πάντα θα σε αγαπά γιατί είσαι στη μάνα γη σου!
Μη κοιτάς δεξιά κι αριστερά κι αλλάζεις λογισμό.  Το πίσω δεν υπάρχει είναι σαν τη σταγόνα της βροχής που δεν περισυνέλεξες. Κοίτα μπροστά και πάνω. Πως θα πας μπροστά με την όπισθεν,  παιδί Θεού!

Ν. Θ. 

Αγάπη

Ηλικιωμένο ανδρόγυνο 

Ένα κείμενο με ωραία λογοτεχνική γραφή που αξίζει να προσεχθεί 

Αγάπη
Πως περνούν τα χρόνια! Αδυσώπητα δίχως έλεος… Κοιτάζοντας από μακρυά  τον γέρο Σάββα μου ήρθαν οι μνήμες από το παρελθόν αστραπιαίως. Νεότερος περίπου 47 χρόνων να περπατά και να πετά. Ναι να πετά με την αγαπημένη του μοτοσυκλέτα αφήνοντας πίσω του τη σκόνη να αιωρείται και να κολλά στα φύλλα των πανύψηλων δέντρων στις όχθες του ποταμού. Μόνο οι καταρακτώδεις βροχές έχουν τη δύναμη να καθαρίσουν τη σκόνη και να την ξαναστείλουν εκεί όπου ήρθε.
Πλησίασα, το συνηθίζω τελευταία να πλησιάζω μεγάλους ανθρώπους. Νοιώθω την ασφάλεια που σου προσφέρει η μεγάλη ηλικία.  Είναι σαν τη σκιά του γεροπλάτανου που νοιώθεις σίγουρος ότι δε θα σ΄αφήσει χωρίς τη δροσιά του. Αγκαλιά με τη γυναίκα του 60 χρόνια τώρα! Εξήντα χρόνια! Εξήντα χρόνια! Εξήντα χρόνια!
Στρυφογύριζε στο μυαλό μου το νούμερο και πάγωσε… και έλιωσε… για τη δύναμη της Παράδοσης! Τη δύναμη της Ντροπής! Πρόσφυγες με αξίες και αρχές εκατέρωθεν συντηρημένες με πολύ κόπο και ψυχή. Κάθε μεγάλος πόνος και μια ρυτίδα εις ανάμνησην αυτού χαραγμένος στο μέτωπο, στα μάτια, στο λαιμό.  Παντού ρυτίδες…
Στάθηκα να αφουγκραστώ αυτό που ποτέ δεν έζησα και ούτε πρόκειται να ζήσω. Το παράξενο, το παράδοξο, το περίεργο. Αυτά τα 60 χρόνια υπομονής και καρτερίας με τι χρώμα άραγε θα διάλεγαν για να το ζωγραφίσουν; Ποια μουσική, ποια γεύση θα επέλεγαν;
«Πολύ δύσκολα μου, μου λέει, ψυθυριστά» .  «Πάρα πολύ δυκολεύτηκα!» «Πενήντα χρόνια άρρωστη η γυναίκα μου… και παλεύω…  παλεύω ακόμη…». Τα μάτια του βουρκώνουν και κοκκινίζουν έντονα. «Πολύ την αγαπάω!» «Τη ζωή μου ολόκληρη την αφιέρωσα σε εκείνη» «… να είναι εκείνη καλά».
Μένω αποσβολωμένη να κοιτώ μια αυτόν και μια εκείνη.  Εκείνη με την αυτοπεποίθηση της βασίλισσας που διαγράφεται στο βλέμμα της καθώς ατενίζει  τον δρόμο και τους περαστικούς αλλά και την ίδια τη ζωή.  Και λέω της βασίλισσας, γιατί όλες οι επιθυμίες εκτελούνται χωρίς καμία υποχώρηση.
Μετά βλέπω εκείνον με κόκκινα μάτια πότε από το κλάμα και πότε από την αϋπνία, να την κοιτάζει συνεχώς μήπως και δεν προλάβει κάποια επιθυμία της γυναίκας του να την εκπληρώσει αμέσως.
Μετά ήθελα να φύγω… γιατί περίσσευα και γιατί το μάθημά μου το πήρα ήδη…
«Την αγαπώ πολύ» σφύριζε και επαναλαμβανόταν στα αυτιά μου ο ευλογημένος ήχος… «Την αγαπώ πολύ»…
Πως ήταν κάποτε οι Άνδρες Θεέ μου! Το δημιούργημά σου που σ΄είχε κεφαλή της κεφαλής του και πως κατάντησε έτσι που να μη μπορεί να αγαπήσει ούτε τον ίδιο τον εαυτό του. 

Προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αυτή η απλή διήγηση της ζωής ενός απλοϊκού ζεύγους, που η υπομονή τους, τους κατατάσσει σε άλλες τάξεις στα μάτια του Θεού, με έκανε να ξενυχτήσω απόψε μετρώντας και ζυγίζοντας…  
Ν. Θ.