Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΧΕΤΖΑΤΖΗΣ (ΙΡΑΚ) ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΏΝ ΤΗΣ ΚΑΡΥΑΣ


Της φιλολόγου Μαρίας Βουβούση 
Η Καρυά είναι ένας μεγάλος οικισμός του κάτω Ολύμπου (υψόμ. 850 μ.). Μπροστά της εκτείνεται το λεκανοπέδιο της Κονίσπολης. Το εύφορο οροπέδιο της Καρυάς τράβηξε  από νωρίς το ενδιαφέρον των γαιοκτημόνων της ευρύτερης περιοχής. Το μοναστήρι Ολυμπιώτισσα της Ελασσόνας, μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων του, κατείχε και την Καρυά. Πριν από το 1788, ο μπέης Νακούπ από τη Λάρισα αγόρασε ή καταπάτησε τα κτήματά της, με αποτέλεσμα όλο το χωριό το έκανε τσιφλίκι του.


Την περίοδο 1812-1818, όταν διοικητής της Θεσσαλίας ήταν ο Βελή πασάς, ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων, άγνωστο πώς, η Καρυά περιήλθε στην κατοχή του. Όπως αναφέρεται σε ένα έγγραφο του αρχείου του Αλή πασά, στην Καρυά, που αναφέρεται ως Κοι- Κιόι, ο Βελή πασάς κατείχε ένα τσιφλίκι, 40 ζευγαρίων, δηλαδή την έκτασή του μπορούσαν να καλλιεργήσουν 40 ζευγάρια βοδιών, περίπου 3.200-4.000 στρέμματα. Από το τσιφλίκι αυτό ο Βελή πασάς είσπραττε, σε μία καλή (εύφορη) χρονιά 15.000 γρόσια, ποσό μεγάλο για την εποχή εκείνη.
Μετά την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, εναντίον του σουλτάνου, και την εκτέλεσή του, το 1822, η μεγάλη ιδιοκτησία του δημεύτηκε υπέρ του σουλτανικού ταμείου. Στην κατηγορία αυτή των δημόσιων κτημάτων ανήκε η περιοχή από τα χωριά της Κατερίνης μέχρι τα χωριά της Ελασσόνας, ο κάτω Όλυμπος, όπου βρίσκεται η Καρυά, και το Δέλτα του Πηνειού. Μερικά χρόνια αργότερα, ο σουλτάνος πρόσφερε ένα μέρος σε διάφορους αξιωματούχους της αυλής του και ένα μέρος πουλήθηκε από το τουρκικό Υπουργείο των Οικονομικών.
Ένας από τους ανθρώπους του σουλτάνου ήταν ο πρωθυπουργός του Μουσταφά Ρεσίτ πασάς, ο οποίος έγινε ιδιοκτήτης της Καρυάς και πολλών άλλων χωριών. Όπως προκύπτει από τα συμβόλαια αγοράς της Καρυάς, ένα μέρος της προσφέρθηκε από τον σουλτάνο με φιρμάνια (διατάγματα), ένα άλλο αγοράσθηκε και ένα τρίτο τμήμα περιήλθε στην κατοχή του με χρησικτησία, δηλαδή με καταπάτηση των κτημάτων των ανίσχυρων μικρών ιδιοκτητών.
Μετά τον θάνατο του Ρεσίτ πασάς, το 1864, το τσιφλίκι της Καρυάς, περιήλθε στην κατοχή των απογόνων του. Αυτοί, επειδή κατοικούσαν στην Κων/πολη, διόρισαν στη Λάρισα έναν αντιπρόσωπό τους (σούμπαση) ο οποίος εκμεταλλευόταν το τσιφλίκι της Καρυάς για λογαριασμό τους. Μετά την απελευθέρωση του 1912 οι Καρυώτες, ως Έλληνες πολίτες πια, απευθύνθηκαν στην Πολιτεία ζητώντας την αποκατάστασή τους, να επανέλθει το χωριό στην κατοχή τους. Διαπίστωσαν όμως ότι νομικώς ήταν αδύνατο να κάνουν δικά τους τα χωράφια και τα δάση του χωριού τους.
Μετά από αυτό αποφάσισαν να βρουν τους κληρονόμους του Ρεσίτ και να συζητήσουν μεταξύ τους την αγορά του τσιφλικιού. Για τον σκοπό αυτό ζήτησαν τη βοήθεια του χωριανού τους παντοπώλη στη Λάρισα Κων. Ι. Καρυώτη, που ήρθε σε επαφή με τον πληρεξούσιο των πρώτων κληρονόμων του Ρεσίτ, οι οποίοι ήταν 5 και κατείχαν τα 3/4 του τσιφλικιού. Πρόκειται για τα 2 γιους και 3 κόρες του Μασγάρ πασά. Στις 26.11.1920 συντάχθηκε το προσύμφωνο της αγοράς. Για τη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων έπρεπε οι πωλητές να είχαν την σχετική άδεια εκποίησης του τσιφλικιού.
Ο πληρεξούσιός τους πήρε την άδεια, η οποία  δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μικρά της Λάρισας (26-27.10.1921) και  στην Εφημερίδα των Συζητήσεων της Αθήνας (3-4.2.1922). Μετά την δημοσίευση της άδειας στη Μικρά, επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες για την σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Οι 272 Καρυώτες αγοραστές, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και δύο χήρες, υπέγραψαν στις 7.11.1921 το πληρεξούσιό τους, το οποίο συνέταξε ο γραμματέας των συμβολαιογράφων του Ειρηνοδικείου του Ολύμπου, με έδρα την Ραψάνη, Κων/νος Παπαγεωργίου. Ωστόσο, όμως, τα οικονομικά των Καρυωτών δεν ήταν ανθηρά και γι’ αυτό το οριστικό συμβόλαιο συντάχθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 2.10.1928, ύστερα από 5 χρόνια, αφού οι Καρυώτες κατέβαλαν 16.500 δραχμές. Την ίδια μέρα, με τον ίδιο τρόπο, συντάχθηκε και ένα δεύτερο συμβόλαιο ενός άλλου κληρονόμου του Ρεσίτ, του Τζεμήλ μπέη, ο οποίος κατείχε τα 2/16 του τσιφλικιού.
Με τις 3 αγορές οι Καρυώτες κατείχαν τα 15/16 της κτηματικής περιοχής του χωριού τους. Πρέμενε, όμως, το 1/16 του τσιφλικιού. Για να μείνουν απερίσπαστοι στην καθημερινή βιοπάλη τους έπρεπε να αγοράσουν κι αυτό το μερίδιο, για το οποίο ακολούθησαν την ίδια διαδικασία με την αγορά των προηγούμενων μεριδίων, με πληρεξούσιο τους τον Θεσσαλονικιό έμπορο Περικλή Γιαννουλόπουλο που είχε συμπράξει και στη σύνταξη του δεύτερου συμβολαίου του 1928, δίπλα στον Κων. Ι. Καρυώτη.
Ιδιοκτήτες του τελευταίου μεριδίου ήταν Ιρακινοί. Πρόκειται για μία κόρη του Ρεσίτ πασά, η οποία υπήρξε βασίλισσα της Χατζάτζης (Ιράκ) που είχε πεθάνει στην Κύπρο. Κληρονόμοι της ήταν ο σύζυγός της βασιλιάς και τα παιδιά της, πρίγκιπες και πριγκίπισσες της Χετζάτζης. Η αξία αυτού του μεριδίου ορίσθηκε σε 200.000 δρχ. και το σχετικό πωλητήριο συντάχθηκε στις 23.12.1932 στη Θεσσαλονίκη.
Τέλος, μετά από έναν δεκάχρονο αγώνα, οι Καρυώτες, αφού πλήρωσαν 347.000 δρχ. στους πωλητές τους και άλλες 6.000 δρχ. περίπου για συμβολαιογραφικά έξοδα και κάποια άλλα ποσά στους πληρεξούσιους, στα πιστοποιητικά και  αλλού, κατάφεραν να γίνουν κύριοι της κτηματικής περιοχής του χωριού τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Ευάγγελος Σκουβαράς, Ολυμπιώτισσα, Αθήναι 1967.
2) Ιωάννης Γ. Γιαννόπουλος, «Τα τσιφλίκια του Βελή πασά υιού Αλή πασά», Μνήμων, τ. 2, Αθήναι 1972.
3) Κώστας Σπανός, «Η αγορά της Καρυάς από τους κατοίκους της», Σελίδες από την Ιστορία της Καρυάς, Λάρισα 1995, σ. 119-143,

Μαρία Βουβούση – Φιλόλογος, Ms: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Τουρισμού και Πολιτισμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Μs: Επιστήμες της Εκπαίδευσης και της Διά Βίου Μάθησης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Επιστημονικό Μέλος της Ομάδας Εργασίας Ψυχοβιοαναλυτικής Έρευνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβάλλετε ή σχολιάστε την ανάρτηση

Σχόλιο που έχει ταυτότητα χρήστη δημοσιεύεται χωρίς λογοκρισία, αρκεί πάντα η κριτική αυτή να είναι κόσμια.

Ζητώ την κατανόηση σας!!! Από τους ανώνυμους χρήστες, οι οποίοι ως συνήθως αβασάνιστα και χωρίς προσωπικό κόστος γίνονται αμετροεπείς υβριστές.