Wednesday, May 23, 2018

Άξιον Εστί Οδυσσέα Ελύτη


Ένα από τα μνημειώ­δη έργα της νεώτερης ελληνικής Γραμματείας. Το έργο έχει απασχο­λήσει πάρα πολύ την ελληνική αλλά και την ξένη κριτική (είναι το πιο πολυμεταφρασμένο έργο του Ελύτη, ι­δίως μετά το βραβείο Νομπελ του 1979). Ταυτόχρονα έχει γίνει προσφι­λές στο ευρύ κοινό, με τη βοήθεια της μελοποίησης αποσπασμάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και μέσα από διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τις περιπέτειες του ελλη­νικού δημόσιου βίου κατά τις τελευ­ταίες δεκαετίες. Αναμφισβήτητα η ε­κτενής αυτή ποιητική σύνθεση του Ελύτη έρχεται να προστεθεί σε ανά­λογες μεγαλόπνοες ποιητικές συν­θέσεις της ελληνικής ποίησης του αι­ώνα μας, όπως «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά ή «Ο Πρόλογος στη Ζωή» του Αγγέλου Σι­κελιανού.

Πώς γράφτηκε το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Άξιον Εστί».

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση. Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Χαρακτηριστικό του είναι πως σ΄ αυτό το έργο απο­θεώνεται η οργάνωση του ποιητικού υλικού, η οποία εντούτοις δεν εγκλωβίζει την ποιητική έκφραση σε προκαθορισμένα σχήματα, αλλά ανα­πνέει με μιαν ,άγνωστη έως τότε στην ελληνική ποίηση, ανάσα
Ένα άλλο γνώρισμα, που προσδίδει ιδιαίτερο θέλγητρο σε ολόκληρο το έργο, είναι η συνειδητή χρήση εκφραστικών τρόπων και σχημάτων της ορθόδο­ξης εκκλησιαστικής παράδοσης. Το γνώρισμα αυτό δεν παραμένει μια ε­ξωτερική ιδιορρυθμία του ποιητή ή έ­να αυθαίρετο γλωσσικό δάνειο, αλλά συνδέεται οργανικά με τις βαθύτε­ρες φλέβες του έργου και της όλης σύνθεσης, τονίζοντας έτσι τον ου­σιαστικό δεσμό που υπάρχει, αιώνες τώρα, ανάμεσα στον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.
Επεξεργασμένο σχέδιο αρμονίας και ρυθμού που αποδίδεται με:
– την απόλυτη μεταξύ τους ισομέρεια των στίχων,

– την αρμονική διάταξη των στίχων,

– τις τομές στα ημιστίχια (στο βιβλίο δη­λώνονται με τυπογραφικά στολίδια),

– την κατά τακτά διαστήματα παρεμβολή των πεζών «Αναγνωσμάτων»,

– τις επα­ναλήψεις στιχουργικών μορφών

Ο χωρισμός του «Αξιον Εστί» σε τρεις ενότητες αποκαλύπτει τη θε­ματική διαίρεση της συνθέσεως. Τα τρία μέρη έχουν μίαν αυτοτέλεια, η οποία απηχεί χρόνο διαφορετικής, σε πρώτη σύλληψη και σε πρώτη καταγραφή ,αντιλήψεως
Η συνδετική ιδέα, που ως άξονας ουσιώ­δης συναρθρώνει την όλη σύνθεση, περιέχεται στη φράση: «αυτός ο κό­σμος ο μικρός, ο μέγας». Η φαινομε­νική αυτή αντίφαση αντικαθρεπτίζει την αντίθεση που δημιουργείται στο συνειδέναι του ανθρώπου μεταξύ του ενός (είναι) και των πολλών (γί­γνεσθαι), που δεν είναι παρά μία κατ’ αίσθησιν διάσπαση του ενός σε πολ­λά. Ο ποιητής ρίχνει το φως σ’ ένα συγκεκριμένο άτομο, σ’ ένα συγκε­κριμένο λαό, σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο, για να αφηγηθεί ένα συγκεκρι­μένο δράμα, μιας βαθύτατα ανθρώπινης όσο και ιστορικής οδύνης.
Το πρώτο πρόσωπο είναι ο ποιητής και ο λαός του σε έναν αδιαίρετο ταυτισμό.

Η ΓΕΝΕΣΙΣ

αποσπάσματα:

ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα η μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)

πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο

Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα

Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα
και ομοίωσή μου:

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
«Και πολλά τα λιόδεντρα

που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια

που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό

για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

και το δέντρο μονάχο του

χωρίς κοπάδι

για να το κάνεις φίλο σου

και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα

για να μην έχεις που ν’ απλώσεις ρίζα

και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός

για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»

ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟΝ ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις»
είπε: «Κοίταξε!» Και τα μάτια μου έριξαν τη σπορά
γρηγορότερα τρέχοντας κι από βροχή
τα χιλιάδες απάτητα στρέμματα

Σπίθες ρίζα μες στο σκότος πιάνοντας και νερών άξαφνων πίδακες
Η σιγή που εκχέρσωνα για ν’ αποθέσω
γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά
Το ξινάρι ακόμη μες στα χέρια μου

τα μεγάλα είδα κοντόποδα φυτά, γυρίζοντας το πρόσωπο
άλλα υλακώντας άλλα βγάζοντας τη γλώσσα:

Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο

Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις

αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις

Και μια μέρα θα ‘ρθει βοηθούς ν’ αποκτήσεις

Θυμήσου:

τον αγχέμαχο Ζέφυρο
το ερεβοκτόνο ρόδι
τα φλεγόμενα ωκύποδα φιλιά»
Και ο λόγος του χάθηκε σαν ευωδιά

Η ώρα εννιά χτύπησε πέρδικα τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
αλληλέγγυα στάθηκαν τα σπίτια
και μικρά και τετράγωνα
με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο

Κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα:
Να το πιπίνι να το λελέκι
να το γυφτοπούλι
ο νυχτοπάτης και η νερόκοτα

ήταν και ο μπόμπιρας εκεί

και το αλογάκι που λεν της Παναγίας
Η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο

και πάλι δύο οι θάλασσες

και η τρίτη ανάμεσα -λεμονιές κιτριές μανταρινιές-

και ο άλλος μαΐστρος με τ’ απάνω του αψηλό μπογάζι

αλλοιώνοντας τ’ οζόνιο τ’ ουρανού

Χαμηλά στων φύλλων τον πυθμένα

η τριβίδα η λεία

τ’ αυτάκια των ανθών

κι ο θαλλός ο αδημονώντας και είναι

ΑΥΤΟΣ

ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Περιεχόμενο της Γενέσεως είναι η γέννηση του Ενός και συγκεκριμέ­νου ανθρώπου και η δημιουργία του Κόσμου, μέσα στον οποίο θα γίνει ο θαυμαστός συνδυασμός που θα πλά­σει τον ποιητή. Παίρνει τη φυσιογνω­μία ενός τοπίου με συγκεκριμένη ι­θαγένεια· είναι το λίκνο, ο χώρος ο δημιουργικός, που θα διαπλάσει ένα συγκεκριμένο ανάλογο πλάσμα ψυ­χής: τον ποιητή που θα τον εκφράσει. Χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ουσιαστικά κόσμος (αρμονία), αλλά μια βουβή ε­κτύλιξη φυσικών φαινομένων.

Η μοίρα του ποιητή (ατομικό) ταυ­τίζεται με τη μοίρα του Έθνους του (γενικό) σε ένα συγκεκριμένο χώρο και σε ένα συγκεκριμένο, άσχετο από τις ιστορικές φάσεις του, χρόνο. Αποστολή της Γενέσεως είναι το μαρτυρικό αγώνισμα, το ατομικό, να εκφράσει το γενικό, το γενικό να προσλάβει το δραματικό μύθο του α­τομικού. Κι έτσι, ο μικρός αυτός κό­σμος να αποκαλύψει την αίγλη του αιωνίου. Ο κόσμος ο μικρός είναι δυνά­μει ο μέγας κόσμος

ΤΑ ΠΑΘΗ

αποσπάσματα:

Α’

Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου·

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς·

ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.
Ιδού εγώ καταντικρύ

του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,

γαστέρας το άγγρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.

Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα

παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!

Δ’
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!
Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ

το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας
και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη

στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.
Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα

τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα
γενναιόδωρα πίσω μου έριξα

την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.

Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.

Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μού άναψαν
γινάτι γι’ άλλες, πιο λευκές Ελένες!

Γι’ άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα
κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα

στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!

Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει
κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.

Άλλου μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα

παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.
Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα

και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα
στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!

γ΄
Μόνος κυβέρνησα *
Μόνος αποίκησα *

Μόνος εκόλπωσα *

Επάνω στον αγρό *

Τάισα τα λουλούδια κίτρινο *

Επυροβόλησα την ερημιά *

Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά *

Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο *

Το χέρι των σεισμών *

Το χέρι των έχτρων *

Μου, εφρένιασαν εχάλασαν *

Μία και δύο *

Προδόθηκα κι απόμεινα *

Πάρθηκα και πατήθηκα *

Το μήνυμα που σήκωνα *

Μόνος απέλπισα *

Μόνος εδάγκωσα *

Μόνος εκίνησα *

Ταξίδι σαν της σάλ *

Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση *

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό *

Είπα: με μόνο το σπαθί *

Και είπα: με μόνο το Άσπιλο *

Στο πείσμα των σεισμών *

Στο πείσμα των εχτρών *

Μου, ανάντισα κρατήθηκα *

Μία και δύο *

Θεμελίωσα τα σπίτια μου *

Πήρα και στεφανώθηκα *

Το στάρι που ευαγγέλισα *

τη θλίψη μου
τον εγκαταλειμμένο Μάιο

τις ευωδιές

με τις αλκυονίδες

βαυκάλισα τους λόφους

με κόκκινο!

βαθύτερη από την κραυγή

τιμιότερο απ’ το αίμα!

το χέρι των λιμών

το χέρι των δικών

ερήμαξαν αφάνισαν

και τρεις φορές

στον κάμπο μόνος

σαν κάστρο μόνος

τ’ άντεξα μόνος!

το θάνατο

μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα

για το μακρύ

πιγγας μες στους αιθέρες!

το ατσάλι κι η ατιμία

και τ’ άρματα

του κρύου νερού θα παραβγώ

τον νου μου θα χτυπήσω!

στο πείσμα των λιμών

στο πείσμα των δικών

ψυχώθηκα κραταιώθηκα

και τρεις φορές

στη μνήμη μόνος

την άλω μόνος

το ‘δρεψα μόνος

ς’

Ο ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου!
Στη θηλή της θύελλας τα σκοτεινά του χείλη

και η ψυχή του πάντοτε με της θαλάσσης το λάχτισμα
πάνω στα πόδια του όρους!

Ξεριζώνει δρυς και δριμύς κατεβαίνει ο θρηίκιος.
Μικρά καράβια στου κάβου το γύρισμα

ξάφνου μπατάρουν και χάνονται.
Και πάλι προβαίνουν ψηλά μες στα νέφη

απ’ την άλλη μεριά του βυθού.
Στις άγκυρες έχουν κολλήσει τα φύκια

στα γένια θλιμμένων αγίων.
Ωραίες αχτίδες γύρω στην όψη

την άλω του πόντου δονούν.
Νηστικοί κατά κει τ’ άδεια μάτια γυρίζουν οί γέροντες

Κι οι γυναίκες τη μαύρη σκιά τους επάνω
στον άχραντο ασβέστη φορούν.

Μαζί τους εγώ, το χέρι κινώ
Ποιητής των νεφών και των κυμάτων!

Στον σεμνό τενεκέ με το χρώμα βουτώ
τα πινέλα μαζί τους και βάφω:

Τα καινούρια σκαριά
τα χρυσά και τα μαύρα εικονίσματα!

Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Κανάρη!
Βοηθός και σκέπη μας αϊ-Μιαούλη!

Βοηθός και σκέπη μας άγια-Μαντώ!

(…)

η΄

Γύρισα τα μάτια. * δάκρυα γιομάτα

κατά το παραθύρι

Και κοιτώντας έξω *

καταχιονισμένα τα δέντρα των κοιλάδων

Αδελφοί μου, είπα *

ως κι αυτά μια μέρα

κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν

Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα

τις θηλιές ετοιμάζουν

(…)

ΙΔ’

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία

με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας

και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας

και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις

και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.

Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού

και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!

Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!

Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο

και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε

και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο

και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας

εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες
απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής
των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυ-
ριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φο-
ρές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και
μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση
της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποί-
μνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η
αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που
τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.(…)

ι΄

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν

Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε

Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά των ανθρώπων

Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

ΙΗ’

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ’ ακολουθούν κορίτσια κυανά

κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.

Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού

άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντος τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας

αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης

μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.

Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.

Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι’ αυτών τα δόντια η ρώγα που μεθά

στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματα μου!

Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:

ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

Στα Πάθη ισχύει το ίδιο σχήμα· το ατομικό εκφράζει το γενικό, το γενι­κό εντάσσεται στα όρια του ατομι­κού. Ο ποιητής (όχι μόνο σαν στρα­τιώτης αλλά και σαν ανθρώπινη περι­πέτεια) εκφράζει την εποπτεία του λαού του. Ο μύθος των Παθών έχει συγκεκριμένα, βέβαια, χρονικά πλαί­σια, μία «ιστορικότητα» δηλαδή ο Πόλε­μος στην Αλβανία, η Νίκη, η Κατοχή, η Απελευθέρωση. Κι εδώ όμως προ­κύπτει η ίδια αντιστοιχία. Το γενικό εντάσσεται στην ατομική, κατ’ ιδίαν, ζωή του ποιητή και αξιολογείται. Η διάκριση των δύο στοιχείων από την άποψη της θεματικής δομής γίνεται σαφέστερη με το χωρισμό των Πα­θών σε Αναγνώσματα, Ψαλμούς και Άσματα.

Στα πρώτα (πεζά) η ιστορική αφή­γηση (επικό στοιχείο) έχει ως υποκεί­μενο την ανθρώπινη ομάδα (έθνος) και κορυφώνεται σε μία πανανθρώπι­νη ενατένιση (Προφητικόν).

Τα ανα­γνώσματα περιγράφουν γεγονότα, ι­δέες, εξιστορούν ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός (1940-1944).

Στους Ψαλμούς εξαίρεται περισσότερο το ατομικό. Εδώ, αναπέμπεται η εξομο­λόγηση ενός ανθρωπίνου όντος, που η πορεία του βίου του έχει την πα­ράλληλη και συνάλληλη τροχιά της πορείας του έθνους του

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

Το τρίτο μέρος (Δοξαστικόν) κορυ­φώνεται δοξαστικά η όλη σύνθεση. Παρά τη σαφώς διακρινόμενη αυτοτέλειά του, η ουσιώδης σχέση συνδέ­σεως προς τα προηγούμενα είναι ο δοξαστικός ύμνος του μικρού κό­σμου, που τη Γένεση και τα Πάθη του την τραγούδησε πριν. Δηλαδή, το τρίτο μέρος κορυφώνει δραματουρ­γικά την θρησκευτική και τελετουργική αντίληψη του μυστηρί­ου της ζωής:

Γέννηση – Πάθος,

Θά­νατος – Ανάσταση,

Αθανασία.

Στο μέρος αυτό ο ποιητής μεγαλύνει, δοξάζει τα συγκεκριμένα καθη­μερινά «πράγματα», κυρίως εκείνα που εσφράγισαν αυτό που θα ονόμαζε «ζωή του». «Να ζεις από κοντά, ερω­τικά, ό,τι γεννιέται και ό,τι χάνεται, ό,τι είναι τώρα και δεν θα είναι ύστε­ρα από λίγο, να νιώσεις την εσωτερι­κή λειτουργία αυτής της φαινομενι­κής ροής, είναι μία θέωση κι ένα αιώ­νιο είναι.»

Ο ποιητής ζώντας τις φευ­γαλέες στιγμές της ζωής των πραγ­μάτων συλλαμβάνει κι εκφράζει με α­πόλυτη κατάφαση και με ύφος ανα­στάσιμο αυτό το αιώνιο είναι. Υμνεί την Ελλάδα, την Ποίηση, την Αιωνιό­τητα, προϋποθέτοντας ότι έχει συλ­λάβει μέσα του το μυστήριό τους, εφ’ όσον έζησε γνήσια, δηλαδή κο­ντά στην εσωτάτη σάρκα, στις απο­καλυπτικές «λεπτομέρειες» των πραγμάτων, που περιέχουν το νόημα της ζωής.

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

αποσπάσματα:

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου

η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα

Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος

οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι της Γοργόνας
που κρατά το τρικάταρτο σαν να το σώζει

σαν να το κάνει τάμα στους ανέμους
σαν να λέει να τ’ αφήσει και πάλι όχι

Ο μικρός ερωδιός της εκκλησίας
η εννιά το πρωί σαν περγαμόντο

ένα βότσαλο άπεφθο μέσα στο βάθος
τ’ ουρανού του γλαυκού φυτείες και στέγες

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο

που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια

οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου

του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο

ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κάμα που κλωσάει
στο γιοφύρι από κάτω τα ωραία κοτρόνια

τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
ένα πέλαγος βράζοντας και δίχως τέλος

Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης

οι φωνές οι αδέσποτες της ερημίας
ενός ίσκιου το πέρασμα μέσα στον τοίχο

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία

τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

(….)

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρός και ο μόνος
ο από πριν χαμένος εσύ να ‘σαι

Ποιητής που δουλεύει το μαχαίρι
στο ανεξίτηλο τρίτο του χέρι:

ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θάνατος και αυτός η Ζωή
Αυτός το Απρόβλεπτο και αυτός οι Θεσμοί

Αυτός η ευθεία του φυτού η το σώμα τέμνοντας
Αυτός η εστία του φακού η το πνεύμα καίγοντας

Αυτός η δίψα η μετά την κρήνη
Αυτός ο πόλεμος ο μετά την ειρήνη

Αυτός ο θεωρός των κυμάτων ο Ίων
Αυτός ο Πυγμαλίων πυρός και τεράτων

Αυτός η θρυαλλίδα που από τα χείλη ανάβει
Αυτός η αόρατη σήραγγα που υπερκερά τον Άδη

Αυτός ο Ληστής της ηδονής που δε σταυρώνεται
Αυτός ο Όφις που με τον Στάχυ ενώνεται

Αυτός το σκότος και αυτός η όμορφη αφροσύνη
Αυτός των όμβρων του φωτός η εαροσύνη

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γύρισμα του λύκου
στο ρύγχος του ανθρώπου και αυτό στου αγγέλου

τα εννέα σκαλιά που ανέβηκε ο Πλωτίνος
το χάσμα του σεισμού που εγιόμισε άνθη

Το λιγάκι που αγγίζοντας αφήνει ο γλάρος
και φωτίζει τα βότσαλα σαν αθωότης

η γραμμή που χαράζεται μες στην ψυχή σου
και το πένθος μηνά του Παραδείσου

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασίας
αχερούσιο σάλπισμα και πύρινη ώχρα

το καιούμενο ποίημα και ηχείο θανάτου
οι δορύαιχμες λέξεις και αυτοκτόνες

(…)

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:

ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδός του Άνθρωπου
Νυν Νυν το μηδέν

και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Η ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ

Ένα σημαντικό κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη στην «Επιθεώρηση Τέχνης»

«Έχω την εντύπωση, και δεν πιστεύω να κάνω λάθος, ότι η μουσική του «Άξιον Εστί» θα γνωρίσει τις ίδιες α­ντιδράσεις που γνώρισε το ποιητικό έργο, και θα περάσει, λίγο ως πολύ, από τα ίδια στάδια: Δυσφορία στην αρχή από την μετατόπιση σε άλλο χώρο, αμηχανία, αντίδραση στις και­νοτομίες· ύστερα σιγανή αφομοίωση, δειλή συμφιλίωση· τέλος κατανόηση και αγάπη. Το εύχομαι. Επειδή δεν πρόκειται πια εδώ για το ατομικό του έργο ή για το έργο του Μίκη Θεοδω­ράκη. Κανείς από μας δεν είναι τέλει­ος και τα έργα γίνονται βέβαια για ν’ αγαπηθούν ή για να λησμονηθούν, αλλά και για να κριθούν υπεύθυνα. Άλλο ζήτημα αν στον ωραίο μας τόπο αυτό δεν συμβαίνει και τόσο συχνά.

Το έχω πει πολλές φορές και θα το ξαναπώ σήμερα: Το «Αξιον Εστί» εί­ναι ένα αυθύπαρκτο ποιητικό έργο, από την άποψη ότι οι βλέψεις του ό­λες εξαντλούνται μέσα στον λόγο. Το λεκτικό του είναι συχνά εντελώς απρόσφορο στην απλή μελωδία. Τα νοήματά του, υπερτοποθετημένα σε πολλαπλά επίπεδα, είναι δύσκολο ν’ αναπτύσσονται και ν’ αποδίδουν στο χρονικό περιθώριο που τα ακούς. Όπως είναι γνωστό, άλλοι νόμοι διέ­πουν τον γραπτό και άλλοι τον προ­φορικό λόγο. Εν τούτοις, όταν ένας συνθέτης όπως ο Μίκης Θεοδωρά­κης (που έδειξε πόσο ικανός είναι να σηκώνει στους στιβαρούς του ώμους την υπόθεση της μουσικής μας πα­ράδοσης) προσφέρθηκε να το πάρει στα χέρια του, έχοντας απόλυτη συ­ναίσθηση των δυσκολιών που θα είχε ν’ αντιμετωπίσει, όχι μόνο δεν συλ­λογίστηκα ν’ αντιδράσω αλλά χαιρέ­τισα το γεγονός και παραστάθηκα ό­σο γινότανε στην εκκόλαψη και την πραγματοποίηση της προσπάθειάς του.

Τα πρώτα κομμάτια έγιναν, όπως ήτανε φυσικό, από τα πιο πρόσφορα στη μελοποίηση μέρη του βιβλίου. Όταν μου τα έστειλε, είδα πόσο α­λάνθαστα το ένστικτο του συνθέτη μας είχε σταθεί σ’ εκείνες ακριβώς τις ωδές, και σ’ εκείνες τις στροφές από τις ωδές, που έκλειναν τις λιγό­τερο λόγιες εκφράσεις, τις περισσό­τερο προσιτές νοηματικές αλληλου­χίες. Ύστερα, ήρθε, αν δεν κάνω λά­θος, το απόσπασμα από τη «Γένεση». Εκεί ήταν υποχρεωμένος να περιορι­στεί σ’ ένα μικρό μέρος, σε μια σελί­δα μονάχα. Στάθηκε στην πιο αυτο­τελή και στην πιο καίρια.

Η δικαίωση του ιδιαίτερου χαρα­κτήρα που παρουσιάζει η ελληνική φύση, όπως δοκίμασα να τη δώσω, με τις προεκτάσεις της μέσα στον ηθικό κόσμο, δεν μπορούσε ν’ αποτελέσει καλύτερη αρχή για ένα παρόμοιο έρ­γο. Από κει και πέρα, αν ζήτησα να του υποδείξω κάτι, ήταν να κρατήσει, όσο ήτανε δυνατόν, την αναλογία και τη σειρά διαδοχής, ανάμεσα στα δια­φορετικής υφής κομμάτια που συ­γκροτούν το σύνολο, έτσι που να διατηρηθεί σε μικρογραφία το αρχι­κό αρχιτεκτόνημα. Το επέτυχε και μάλιστα πλάθοντας μια ξεχωριστής υφής μουσική για κάθε αντιπροσω­πευτικό είδος.»


οι βασικοί συντελεστές της πρώτης παράστασης του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ: από αριστερά Θ.Δημήτριεφ, Ο.Ελύτης, Μ.Θεοδωράκης, Μ.Κατράκης Γρ.Μπιθικώτσης

Απαγόρευση

Το «Άξιον Εστί» είχε αρχικά συ­μπεριληφθεί στο πρόγραμμα των εκ­δηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών. Η τότε κυβέρνηση της Ενώσεως Κέ­ντρου επεμβαίνει και απαγορεύει τη συμμετοχή του έργου με το αιτιολο­γικό ότι δεν είναι ανάλογο με τη σο­βαρότητα του Ηρωδείου. Προτείνε­ται ως λύση το Παναθηναϊκό Στάδιο. Ο Μίκης Θεοδωράκης αρνείται. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η ευκαιρία να ανέβει το έργο στο πλαίσιο των ε­ορτών της Διεθνούς Έκθεσης Θεσ­σαλονίκης. Αλλά η ίδια ατυχία ακο­λούθησε το έργο και στη Βόρειο Ελλάδα. Τελικά, το ανέβασμά του πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρί­ου 1964 στο Θέατρο Κοτοπούλη («Ρεξ») σε μια ενθουσιώδη ατμό­σφαιρα από την οποία δεν έλειπε βέ­βαια και η πολιτική χροιά.

Συνεχίζει ο Μίκης Θεοδωρά­κης:

«Με το «Αξιον Εστί» αισθάνομαι ό­τι έφθασα σ’ ένα τέρμα, που συγχρό­νως είναι -πρέπει να είναι- και μια αρχή.

Θ’ αναλογίζεται κανείς γιατί διά­λεξα να μελοποιήσω το ποίημα αυ­τό. Απαντώ: Το «Αξιον Εστί» είναι έ­να ποιητικό έργο που θαρρείς πως όλες οι διανοητικές, αισθητικές, συ­ναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις είχαν ε-στραμμένες τις κεραίες προς την κατεύθυνσή του. Η μουσική του υ­πήρχε μέσα μου. Είχε γεννηθεί στην ψυχή μου από καιρό. Εξέφραζε τα βιώματά μου από την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Το ποίημα του Ελύ­τη, έχοντας σαν περιεχόμενο τα γε­γονότα της Αλβανίας, της Αντίστα­σης και του εμφυλίου πολέμου, μου ‘δωσε ότι ήθελα, ό,τι καρτερούσα για να επενδύσω μουσικά τους προ­βληματισμούς και τα βιώματά μου».

Η απαγόρευση, πάντως, της πα­ρουσίασης του «Αξιον Εστί» στο Ηρώδειο, είχε μετά μερικούς μήνες -τον Ιανουάριο του 1965- τη συνέχειά της και ίσως τότε να δόθηκε και το οριστικό τέλος της διαφοράς, με φιλικό βεβαίως τρόπο, αλλά και το δεικτικό ύφος που χαρακτήριζε τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Πρωτοχρονιά λοιπόν του ’65 και ο Θεοδωράκης στέλνει δώρο στον πρωθυπουργό τον δίσκο του «Αξιον Εστί». Από το Καστρί, στις 7.1.1965, έρχεται ιδιοχείρως η απάντηση:

Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Καστρί 7.1.1965

Αγαπητέ μου Θεοδωράκη, Ευχαριστώ για το «Άξιον Εστί», είναι πράγματι «Άξιον», έχεις ΧΑΡΙΣΜΑ. Και είναι κρίμα η παρε­ξήγηση: Τραγουδάς την ελευθε­ρία και οδηγείς στην άρνησή της.

Γεια χαρά στον τραγουδιστή

Γ. Παπανδρέου


ΠΗΓΕΣ:

Τάσου Λιγνάδη, Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Ο. Ελύτη

Αφιερώματα της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ

ΠΗΓΗ: fotodendro.blogspot.gr, istoriatexnespolitismos.wordpress.com

No comments:

Post a Comment

Προβάλλετε ή σχολιάστε την ανάρτηση

Σχόλιο που έχει ταυτότητα χρήστη δημοσιεύεται χωρίς λογοκρισία, αρκεί πάντα η κριτική αυτή να είναι κόσμια.

Ζητώ την κατανόηση σας!!! Από τους ανώνυμους χρήστες, οι οποίοι ως συνήθως αβασάνιστα και χωρίς προσωπικό κόστος γίνονται αμετροεπείς υβριστές.