Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Γιάννης Μαγκριώτης: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ--44 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΤΤΙΛΑ--44 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ


Στην Κύπρο πήγα πολλές φορές και με διαφορετικές ιδιότητες, αλλά πάντα για τον ίδιο σκοπό, ποτέ όμως -για λόγους ουσίας και συμβολικούς- δεν πήγα στα Κατεχόμενα, παρότι οι αφηγήσεις φίλων Κυπρίων, που ξεριζώθηκαν παιδιά τη μαύρη τούτη μέρα από τις πατρογονικές εστίες τους, ήταν πολλές και συγκινητικές.


Πέρυσι, μετά το Πάσχα, με μια παρέα φίλων περάσαμε το check point της Αμμοχώστου και πήγαμε στη Γιαλούσα, στον γενέθλιο τόπο τους, ψηλά στην Καρπασία.
Για μένα ήταν πρωτόγνωρα και συγκινητικά, στα δικά τους μάτια όμως έβλεπα τη βαθιά μελαγχολία και ταυτόχρονα την περηφάνια της καταγωγής τους από τον μαρτυρικό τόπο της Καρπασίας.
Τις εικόνες κατέγραψα με προσοχή, ειδικά στην Αμμόχωστο, που κάθε λάθος δεν συγχωρείται από τις κατοχικές δυνάμεις.
Τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου τα αποτύπωσα τα μεσάνυχτα, μετά την επιστροφή, στο κείμενο που ακολουθεί.
Το αναρτώ και πάλι, γιατί με εκφράζει απόλυτα και ας πέρασε ένας χρόνος και είμαι μακριά από την πράσινη γραμμή της Λευκωσίας.
Η κατοχή είναι εκεί, είναι στις καρδιές και τις μνήμες των ξεριζωμένων Κυπρίων, είναι και στη δική μου καρδιά και στον νου.
ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΝΑΝΕ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
Χριστούγεννα του ’63 χώρισαν τη Λευκωσία -
Ιούλιο του ’74 χώρισαν την Κύπρο.
Στη μέση, η ουδέτερη ζώνη…
Στον Νότο, Αμμόχωστος-Καρπασία, το τόξο του πόνου...
Στον Βορρά, Καρπασία-Κερύνεια-Μόρφου, η γραμμή της οργής…
Αυτή είναι η γη του άδικου, της μνήμης και των όρκων.
Τόποι μυθικοί των καθημερινών ανθρώπων.
Χώροι ιστορικοί, ανθρώπων δημιουργήματα.
Χρόνοι ασυνεχείς, σαν τη ζωή των ηρώων.
Ζωές γεμάτες νοσταλγία και προκόμματα.
Πληγωμένη περηφάνια των αναπάντητων γιατί.
Σταυρωμένα συναισθήματα, που περιμένουν τη δικαίωση.
Υγρά μάτια, καρφωμένα στις παιδικές εικόνες.
Παιδεμένες ψυχές, που χάνονται στους φωτεινούς ορίζοντες.
Είναι η βουβή πολιτεία της Αμμοχώστου, με την εκκλησιά του Άι-Νικόλα μπροστά στα τείχη να αρνείται να δεχθεί το πάγωμα του χρόνου.
Η Σαλαμίνα των Αρκάδων, που παραδόθηκε στους Μακεδόνες του Αλέξανδρου, ταξίδεψε με τους Βυζαντινούς του Κωνσταντίνου, γοήτευσε τους Ενετούς εμπόρους και χάθηκε στην αυστηρότητα των Αράβων και στην ακινησία του χρόνου των Οθωμανών.
Οι εκκλησιές στον Άγιο Ανδρόνικο, στο Κώμα του Γιαλού, στην Κανακαριά, στο Ριζοκάρπασο και στον Απόστολο Ανδρέα μάς τυλίγουν με το θλιμμένο βλέμμα της μοναξιάς τους, γκρεμίζουν το τείχος της αδιαφορίας μας.
Ο Ερόλ, στο μοναστήρι της Παναγιάς, μας δείχνει τις πληγές που άνοιξαν οι αρχαιοκάπηλοι στις μοναδικές τοιχογραφίες του.
Στην Κορόβια η Μειρέμη μάς διηγείται με λόγια ευγνωμοσύνης πώς ο Φλωρής έσωσε αυτήν και τα παιδιά της από τους παρακρατικούς.
Και στην Αιγιαλούσα ο Μεντούφης, με τη μικρή του κόρη, μας προσφέρει γλυκά μούρα και μούσμουλα στον κήπο.
Οι δύο μεγάλες κόρες του παντρεύτηκαν με Τούρκους. Και αυτός Ελληνοκύπριους έχει τους καλύτερούς του φίλους.
Ο Απόστολος Βαρνάβας, στον δρόμο της επιστροφής, θυμίζει ότι οι ξεριζωμένοι δημιουργοί του είναι αξεπέραστοι και δεσμευμένοι να συνεχίσουν.
Και εδώ τελειώνει μια ακόμη αναζήτηση των ασυνεχειών της ιστορίας και του παράπονου για τα άδικά της.
Μπροστά μας είναι η Δεκέλεια, ένα ακόμη κατάλοιπο της αποικιοκρατίας.
Απέναντί μας ο ήλιος ακουμπά στο Τρόοδος και εμείς πάλι χανόμαστε, ρεμβάζοντας, σε ένα ακόμα μαγικό ηλιοβασίλεμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβάλλετε ή σχολιάστε την ανάρτηση

Σχόλιο που έχει ταυτότητα χρήστη δημοσιεύεται χωρίς λογοκρισία, αρκεί πάντα η κριτική αυτή να είναι κόσμια.

Ζητώ την κατανόηση σας!!! Από τους ανώνυμους χρήστες, οι οποίοι ως συνήθως αβασάνιστα και χωρίς προσωπικό κόστος γίνονται αμετροεπείς υβριστές.