Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Πρώτη τετραετία Τσίπρα: Από το ριζοσπαστισμό στη συνθηκολόγηση και τον φιλοαμερικανισμό

Τέσσερα χρόνια πριν, λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτή θα ήταν η κυβερνητική πορεία του Αλέξη Τσίπρα
Όταν στις 25 Ιανουαρίου του 2015 γίνονταν γνωστά τα αποτελέσματα των εκλογών για το ελληνικό κοινοβούλιο, όλα τα βλέμματα είχαν στραφεί στην Ελλάδα.
Για πρώτη φορά ένα κόμμα της πέραν της σοσιαλδημοκρατίας αριστεράς αναλάμβανε τη διακυβέρνηση σε ευρωπαϊκή χώρα. Στα μάτια μιας Ευρώπης όπου δύσκολα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει τις διαφορές σε πολιτικές ανάμεσα σε κεντροδεξιές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις και όπου η δημοσιονομική πειθαρχία και η ανταγωνιστικότητα αντιμετωπίζονταν ως ευαγγέλια, η εκλογή του Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία φάνταζε ως μια μικρή επανάσταση.

Ας μην ξεχνάμε ότι  ηγείτο ενός κόμματος που είχε πρωτοστατήσει σε μια πενταετία μαζικών διαμαρτυριών, που είχε πει Go Back στην καγκελάριο Μέρκελ, που είχε υποσχεθεί την κατάργηση των μνημονίων και άμα στριμωχνόταν δεν είχε και πρόβλημα να πει ότι «το ευρώ δεν είναι φετίχ».
Όμως και οι προσδοκίες της κοινωνίας δεν ήταν μικρές. Μετά από μια πενταετία κοινωνικής καταστροφής που είδε περίπου το 25% του ΑΕΠ να χάνεται, την ανεργία να εκτινάσσεται κοντά στο 28%, τον πραγματικό μισθό να χάνει το ένα τρίτο της αξίας του και το κοινοβούλιο να μετατρέπεται σε ένα τυπικής διεκπεραίωσης μνημονίων, η ανάγκη αλλαγής  ήταν μεγάλη.

Η αναμέτρηση με τις δυσκολίες της εξουσίας

Μόνο που σύντομα, η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική.
Παρότι επίσημη συνεδριακή θέση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το «καμιά θυσία για το ευρώ», που εσωκομματικά ερμηνευόταν ως ύπαρξη ενός «σχεδίου Β» σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές δεν ευοδώνονταν, η επιλογή της ηγετικής ομάδας γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα ήταν εξαρχής ότι η όποια προσπάθεια απαλλαγής από τα μνημόνια δεν θα διακύβευε την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη.
Αυτό αποτυπώθηκε σε μια ατέρμονη διαπραγμάτευση για ένα εξάμηνο με τους θεσμούς που κατέληξε στο γνωστό δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Όμως, στην πραγματικότητα ήδη από τον Φεβρουάριο του 2015 η κυβέρνηση Τσίπρα είχε αποδεχτεί την εφαρμογή ενός σημαντικού πακέτου λιτότητας, στη συγκεκριμένη περίπτωση δια χειρός Γιάνη Βαρουφάκη. Άλλωστε, οι διάφορες σκέψεις που υπήρχαν, π.χ. για στοχευμένη άρνηση πληρωμής ομολόγων της ΕΚΤ σύντομα εγκαταλείφθηκαν.
Το ίδιο το δημοψήφισμα ήταν ένα σημείο καμπής. Φαινομενικά, ήταν μια κίνηση ρήξης, εφόσον εάν το ΟΧΙ έβγαινε ενισχυμένο η κυβέρνηση θα είχε τη νομιμοποίηση ακόμη και για έξοδο από την ευρωζώνη. Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ περισσότερο μια κίνηση τακτικής. Ο στενός πυρήνας γύρω από τον Τσίπρα που αποφάσισε το δημοψήφισμα κυρίως είχε στο νου του να ασκήσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση στους Ευρωπαίους, με τις «δεύτερες σκέψεις» να είναι ότι ένα οριακό αποτέλεσμα μπορούσε ταυτόχρονα  να «νομιμοποιήσει» την υπαναχώρηση.
Τελικά, όπως όλοι ξέρουμε, κέρδισε συντριπτικά  και  αδιαμφισβήτητα το ΟΧΙ, όμως, η κυβέρνηση πολύ σύντομα συνθηκολόγησε και αποδέχτηκε έναν ιδιαίτερα επώδυνο κοινωνικά τρίτο μνημόνιο και στη συνέχεια προχώρησε σε νέες εκλογές.

Από την αντίσταση στον κυνισμό της εξουσίας

Τότε ήταν που φάνηκε και κάτι που μέχρι τώρα δεν «πιστωνόταν» στον Αλέξη Τσίπρα: ένας ιδιότυπος κυνισμός, αρκετά μακρινός από την παραδοσιακή ηθική της αριστεράς.
Ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο συνθηκολόγησε με τους δανειστές αλλά εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη που του έδειξε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας για να κερδίσει και πάλι τις εκλογές έστω και εάν το πραγματικό του πρόγραμμα ήταν το ακριβώς αντίθετο.
Ουσιαστικά, κατάφερε να περάσει το μήνυμα ότι η δική του συνθηκολόγηση δεν ήταν αποτέλεσμα υπαναχώρησης ή έλλειψης προετοιμασίας αλλά απόδειξη ότι ήταν αδύνατη η αντίσταση στο «πραξικόπημα» των θεσμών.
Ο Αλέξης Τσίπρας της κυβέρνησης του Σεπτεμβρίου του 2015 κατάφερε τα επόμενα 3 χρόνια να καταφέρει ό,τι δεν πέτυχαν οι προηγούμενες υποτίθεται ακραιφνώς μνημονιακές κυβερνήσεις: να εφαρμόσει πλήρως το τρίτο μνημόνιο, να ολοκληρώσει μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις, να ανατρέψει άρδην το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης και να γενικεύσει την ελαστική, επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία.
Και το έκανε αυτό από τη μια επενδύοντας συνειδητά στο γεγονός ότι μια κοινωνία καθημαγμένη και κουρασμένη δεν επρόκειτο να έχει τις ίδιες αντιδράσεις με την περίοδο 2010-12 και από την άλλη, εκμεταλλευόμενος ότι η δική του μεταλλαγή έφτιαχνε ένα πολιτικό σκηνικό που ήταν η διαρκής απόδειξη του TINA (There Is No Alternative) που κάποτε καταδίκαζε και πολεμούσε.
Ακόμη χειρότερα: βάζοντας ως βασικό στόχο να πετύχει πριν τη λήξη της θητείας την «έξοδο από τα μνημόνια», όχι μόνο αποδέχτηκε όλα τα προαπαιτούμενα που η Τρόικα απαιτούσε αλλά και δεσμεύτηκε σε διηνεκή λιτότητα μέσα από την αποδοχή εξοντωτικών πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά και σε μια συνεχή επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας.
Κατάφερε να αποδείξει, έστω και εκ του αποτελέσματος, γιατί διακηρυκτικά δεν το παραδέχτηκε ποτέ, ότι η εκδοχή αριστεράς που αντιπροσωπεύει μια χαρά μπορούσε να προσαρμοστεί σε ένα ρόλο «συστημικής» δύναμης.
Δεν είναι τυχαίο έτσι, ότι πλέον δεν υιοθετεί καν την ταυτότητα της «αριστεράς» (με την ιστορικότητα που έχει στην Ελλάδα») αλλά της «προοδευτικής παράταξης» και διεκδικεί να είναι ο κεντροαριστερός πόλος σε ένα νέο δικομματισμό.

Η απώλεια του «ηθικού πλεονεκτήματος»

Όμως, δεν ήταν μόνο ο ριζοσπαστισμός που χάθηκε στη διαδρομή, αλλά και αυτό που ορίστηκε ως «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς, καθώς αποδείχτηκε ότι η γοητεία της εξουσίας είναι ανίκητη. Άλλωστε, αποδείχτηκε ότι όταν μεταφέρεις χιλιάδες κομματικά στελέχη στο κράτος ως συμβούλους, συνεργάτες και μετακλητούς μπορεί και να τα βοηθήσεις να ξεπεράσουν πιο εύκολα την «αριστερή μελαγχολία τους».
Έτσι, από τις φλογερές καταδίκες της διαφθοράς και της διαπλοκής καταλήξαμε στις διάφορες, όχι πάντα πετυχημένες έδειξε η περίπτωση του Καλογρίτσα και των… βοσκοτόπων του, παραλλαγές «αριστερής διαπλοκής». Κυρίως, όμως, είδαμε την αριστερά να μην έχει πρόβλημα να εργαλειοποιεί διαδικασίες και θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης και της ποινικής δικαιοσύνης.
Όλα αυτά συνδυάστηκαν για μεγάλο διάστημα και με την ανέφελη συμπόρευση με τον Πάνο Καμμένο και το κόμμα του. Το γεγονός ότι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς (κατά δήλωσή του), μπορούσε να συνυπάρχει με ένα κόμμα με ακροδεξιά ρητορική, συνωμοσιολογικές αντιλήψεις και αγάπη για το πατριωτικό κιτς, είναι ενδεικτικό του πώς για την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ το «αντιμνημόνιο» ήταν περισσότερο πολιτικό εργαλείο παρά ιδεολογικός διαχωρισμός.

Όταν η αριστερά ανακάλυψε την… Αμερική

Όμως, δεν χάθηκαν μόνο παραδοσιακές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές, αλλά και μια κρίσιμη ορίζουσα της αριστεράς: ο αντιιμπεριαλισμός. Κατά μία παράξενη αντιστροφή της ιστορίας ήταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα αυτή που έκανε την πιο φιλοαμερικανική στροφή των τελευταίων δεκαετιών. Παραδοσιακές ισορροπίες, όπως αυτές που αφορούσαν τη Ρωσία (με τις διμερείς σχέσεις να περνούν μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις), εγκαταλείφθηκαν και ως προς τα ζητήματα της ευρύτερης ΝΑ Μεσογείου η ελληνική εξωτερική πολιτική ευθυγραμμίστηκε κυρίως με αυτή των ΗΠΑ.
Αποκορύφωμα αυτής της στροφής η επιλογή να επισπευστεί η επίλυση του Μακεδονικού με γνώμονα την εξυπηρέτηση των άμεσων σχεδιασμών των ΗΠΑ στα Δυτικά Βαλκάνια και χωρίς παράλληλη προσπάθεια να πειστούν ευρύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας για την ανάγκη της συμφωνίας.
Πηγή: in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβάλλετε ή σχολιάστε την ανάρτηση

Σχόλιο που έχει ταυτότητα χρήστη δημοσιεύεται χωρίς λογοκρισία, αρκεί πάντα η κριτική αυτή να είναι κόσμια.

Ζητώ την κατανόηση σας!!! Από τους ανώνυμους χρήστες, οι οποίοι ως συνήθως αβασάνιστα και χωρίς προσωπικό κόστος γίνονται αμετροεπείς υβριστές.