«Κάθε ποίημα είναι
ένα ψέμα που ξεπηδάει από την ανάγκη να μιλήσεις αληθινά» λέει ο ποιητής και
πεζογράφος Κώστας Παπαγεωργίου
«Ο μικρόκοσμός μου είναι χτισμένος από υλικά που συνέλεξα από τις περιπλανήσεις μου στον κόσμο και στην κοινωνία που με περιβάλλουν. Είμαι ένα σύμπτωμα και όχι εικόνα της κοινωνίας και της Ιστορίας».Έτσι περιγράφει ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου τα χαρακτηριστικά της ποίησης του σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός, ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της πολυσυζητημένης γενιάς του 1970.
Μιλώντας με αφορμή το καινούργιο ποιητικό του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό υπό τον τίτλο «Παιδικό κουρείο» από τις εκδόσεις Κέδρος, ο Κ. Γ.
Παπαγεωργίου εξομολογείται πως κάθε ποίημα είναι ένα ψέμα που «όμως απορρέει από την πιο αδυσώπητα επιβαλλόμενη ανάγκη να μιλήσει κανείς αληθινά. Να καταθέσει την αλήθεια του. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε το ποίημα καταρρέει και διαλύεται στα εξ ων συνετέθη».
Ερ:Ο ποιητικός σας κόσμος παρουσιάζεται σαν ένας εξαιρετικά περιορισμένος χώρος, από τον οποίο απουσιάζουν όχι μόνον η πολιτική, η κοινωνία και η ιστορία, αλλά και η ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ εαυτήν. Ποιο είναι το μυστικό για να λειτουργήσει συγκινησιακά ένας τέτοιος κόσμος; Απ: Δεν μπορώ να πω γιατί ο κόσμος μου παρουσιάζεται περιορισμένος ως χώρος.
Μπορεί να τον περιόρισα εγώ, έστω ασυναίσθητα, ώστε να μπορώ να τον ελέγχω σε βάθος, μπορεί να οφείλεται στις λέξεις που κράτησα και καλλιέργησα προκειμένου να τον εκφράσω. Λέω κράτησα, γιατί κάποια στιγμή, σε κάποιο σταθμό της πορείας μου, αποφάσισα να κάνω μια εκκαθάριση στο λεκτικό μου οπλοστάσιο. Να κρατήσω μόνο τις λέξεις εκείνες που έκρινα ότι ανταποκρίνονται στον ψυχισμό μου, στην ιδιοσυγκρασιακή μου ιδιαιτερότητα, πρόσφορες για τη συγκρότηση της προσωπικής μου μυθολογίας. Αυτό εννοούσα κάποτε, πάνε τριάντα χρόνια και βάλε από τότε, λέγοντας ότι «μιλάω μια γλώσσα αγράμματη». Ότι μιλάω ή, εν πάση περιπτώσει, ότι θέλω να μιλήσω σε μια γλώσσα απαλλαγμένη από λέξεις και τρόπους που θα αλλοίωναν, θα στρέβλωναν την όποια πρόθεσή μου για έκφραση και επικοινωνία.
Μιλώντας εξάλλου για προσωπική μυθολογία αναφέρομαι σε έναν απολύτως δικό μου κόσμο, περίκλειστο και απομονωμένο από τον άλλο, τον περιβάλλοντα κόσμο, πλην όμως δημιουργημένο, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, από υλικά που κατόρθωσα να αποσπάσω απ’ αυτόν, τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω: ότι ο μικρόκοσμός μου είναι χτισμένος από υλικά που συνέλεξα στις περιπλανήσεις μου στον κόσμο και στην κοινωνία που με περιβάλλει, από τις συνειδητές ή και ασυνείδητες ίσως καταβυθίσεις μου στην Ιστορία, της οποία είτε το θέλω είτε όχι είμαι αναπόσπαστο κομμάτι, διαφοροποιημένο ωστόσο κατά τις έσωθεν επιταγές. Είτε το θέλω είτε όχι είμαι ένα σύμπτωμα και όχι εικόνα της κοινωνίας και της Ιστορίας.
Και είμαι εγώ που διαμεσολαβώ ανάμεσα στις δύο τελευταίες και στον λόγο που καταφέρνω εντέλει να αρθρώσω. Και νομίζω ότι κάπου εκεί οφείλεται η δυνατότητα ή έστω η πιθανότητα να λειτουργήσει συγκινησιακά ένας κόσμος περίκλειστος και, εκ πρώτης όψεως, ακατοίκητος: στο εάν και κατά πόσο ο λόγος που τον δημιουργεί και τον περιβάλλει διατηρεί ψήγματα συγκίνησης, φόβου, αγωνίας αυτού που τον εκφέρει.
Ερ:Κάποτε τα ποιήματά σας οδεύουν προς μιαν ονειρική ενδοχώρα, η οποία σύντομα μεταμορφώνεται σε εφιάλτη για να υπηρετήσει την πάγια θεματική σας γραμμή: κατάρρευση όλων των συλλογικών αξιών, αδιέξοδο της ατομικής ύπαρξης, αδιέξοδο μπροστά στον μεταφορικό και στον πραγματικό θάνατο.
«Πάντα με γοήτευε ο κόσμος του ονείρου. Πρώτα πρώτα γιατί διαπιστώνω σ’ αυτόν μια πραγματικά γοητευτική αντίφαση? εννοώ ότι ο κόσμος του ονείρου είναι ένας κόσμος πλασματικός, ένας κόσμος ψεύτικος, που μπορεί να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή, με την πιο ανεπαίσθητη εισβολή του φωτός. Κι όμως, σ’ αυτόν τον πλασματικό, τον ψεύτικο κόσμο, κανείς δεν συνελήφθη ποτέ ψευδόμενος. Κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει και με την ποίηση; Με κάθε μορφή έκφρασης, βέβαια, αλλά τώρα μιλάμε για την ποίηση. Το κάθε ποίημα είναι ένα ψέμα που όμως απορρέει από την πιο αδυσώπητα επιβαλλόμενη ανάγκη να μιλήσει κανείς αληθινά. Να καταθέσει την αλήθεια του. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε το ποίημα καταρρέει και διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Έπειτα είναι και άλλα πράγματα που διδάσκεται κανείς αν αφεθεί με εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση του ονείρου: μαθαίνει να εξοικειώνεται με τους προσωπικούς του εφιάλτες, συνειδητοποιώντας ότι αν ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει και κινείται είναι εφιαλτικός, αυτό συμβαίνει γιατί είναι φτιαγμένος από εφιάλτες άλλων, είναι ένα συνονθύλευμα ονείρων που καμιά σχέση δεν έχουν με τα δικά του όνειρα. Διδάσκεται ακόμη τη δύναμη της μεταφοράς, την αλληγορία, τον συμβολισμό και βέβαια τη συνετή και ποιητικά αποτελεσματική χρήση του στοιχείου του παράδοξου. Αλλά είναι και κάτι άλλο: για να ονειρευτεί κανείς είναι υποχρεωμένος να προγευθεί τον θάνατο, βυθιζόμενος στα στρώματα του ύπνου, πράγμα που τον ενεργοποιεί δημιουργικά, αφού ο θάνατος είναι ο σημαντικότερος, αν όχι ο μοναδικός, χορηγός της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Όσο για μένα, όσο συχνά κι αν επικαλέστηκα τον θάνατο, ποτέ δεν αποσκόπησα στον να τον εξευμενίσω. Εξοικειώθηκα από πολύ νωρίς στην ιδέα του και ασκήθηκα στους τρόπους του και στις συμπεριφορές του. Τώρα πια ας φροντίσει αυτός να με εξευμενίσει, μήπως κι επανακτήσει το χρέος και τον σεβασμό που κάποτε του έτρεφα και που πια έχει χάσει.
Ερ:Θα λέγατε ότι η καινούργια ποιητική συλλογή σας ανοίγεται σε ένα λιγότερο ασφυκτικό πεδίο αν τη συγκρίνουμε με το προηγούμενο έργο σας; Απ:Νομίζω πως ναι, αν και μου είναι κάπως δύσκολο να μιλήσω για μια ενότητα ποιημάτων τόσο κοντινών. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όλα τα ποιήματα της συλλογής, μολονότι δεν συνδέονται παρά μόνο συναισθηματικά, ατμοσφαιρικά, συνθέτουν μιαν αποδραματοποιημένη ελεγεία. Ό,τι με φόβο, κάποτε και με τρόμο, περίμενα σαν ενδεχόμενο να συμβεί και να μου συμβεί, όχι μόνο το είδα να συμβαίνει, αλλά με έκπληξη διαπίστωσα ότι τίποτα εντέλει δεν οριοθετεί τις αντοχές μου? τίποτα εκτός από τη βιολογική μου διάρκεια. Κι ακόμα, διαπίστωσα ότι η εναγώνια αναμονή του κακού είναι η αιτία της όποιας «ψυχικής κατήφειας»? η έλευσή του σε λυτρώνει.
Ερ:Πώς θα συσχετίζατε το ποιητικό σας έργο με την πεζογραφία σας; Απ:Η σχέση μου με την πεζογραφία είναι περίπλοκη. Όσο περίπλοκη όμως κι αν είναι, νομίζω ότι μπορώ να ξεδιαλύνω κάποιες πτυχές της. Αποφάσισα να γράψω το πρώτο μου αφήγημα, «Των αγίων πάντων» (1992), σε μια περίοδο που αισθανόμουν ποιητική απραξία. Σαν για να διατηρήσω τη σχέση μου με τη λευκή σελίδα κι ακόμα για να κρατηθώ σε μια κατάσταση ετοιμότητας. Παράλληλα πίστευα ότι γράφοντας ένα εκτενές κείμενο, ήταν σαν να άπλωνα δίχτυα -εν προκειμένω δίχτυα του λόγου-, στα οποία θα μπορούσε κάποια στιγμή να πιαστεί ένα ψαράκι, δηλαδή ένας στίχος. Γρήγορα διαπίστωσα ωστόσο ότι αυτό δεν ήταν παρά μία ψευδαίσθηση, μια ακόμα μέσα στις τόσες που σε διαφιλονικούν στο ολισθηρό πεδίο της γραφής.
Διαπίστωσα δηλαδή ότι δεν ήμουν εντέλει εγώ που επέλεγα τη μορφή του βιωματικού υλικού που με ωθούσε στη διαδικασία της γραφής, αλλά ήταν αυτό -το υλικό- που επέλεγε και επέβαλλε επιτακτικά τη μορφή του. Ότι εγώ απλώς από ένστικτο κατανοούσα ή διαισθανόμουν τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου κάθε φορά βιωματικού υλικού. Όσο κι αν μοιάζει μεταφυσικό, έχω τυφλή εμπιστοσύνη στη σοφία αυτού του υλικού, που όχι μόνο ξέρει και επιλέγει αλλά και επιβάλλει τη μορφή που του αρμόζει.
Ερ:Μιλήστε μου για την κριτική και τη δοκιμιογραφική σας δραστηριότητα. Απ:Ούτως ή άλλως γράφοντας κανείς κρίνει την περασμένη και τη συγκαιρινή του λογοτεχνία. Κατά συνέπεια κάθε πρωτογενής δημιουργική διαδικασία -ποιητική ή αφηγηματική- προϋποθέτει ένα άγρυπνο μάτι αν όχι ακριβώς κριτικής, πάντως αυτεπιστασίας. Έναν ακοίμητο φρουρό στην αρχή, με συγκεχυμένα τα όρια της δικαιοδοσίας του, έναν αδιάκριτο και όχι πάντα ευχάριστο, πλην όμως απαραίτητο συμπαραστάτη στη διάνυση της έρημης έκτασης και με διαρκώς μεταβαλλόμενες ατμοσφαιρικές συνθήκες που είναι η λευκή σελίδα. Υπάρχουν περιπτώσεις, ωστόσο, που η κριτική ιδιότητα ενός δημιουργού δεν αρκείται στα του οίκου της και προεκτείνεται στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι του παρόντος, ενίοτε και στα λογοτεχνικά πεπραγμένα του παρελθόντος. Η δική μου «εμπλοκή» με την κριτική, απ’ όσο μπορώ να πω, με κάθε επιφύλαξη, ξεκίνησε από τη στιγμή που αισθάνθηκα την ανάγκη να επικοινωνήσω με ομοτέχνους μου, δεδομένου ότι ένα μεγάλο ποσοστό της κριτικής-δοκιμιακής μου ενασχόλησης είχε να κάνει πρωτίστως με την ποίηση.
Και λέω να επικοινωνήσω γιατί τα κείμενά μου είναι περισσότερο ανταποκριτικά, απαντητικά στην εκάστοτε κρινόμενη ποίηση παρά κριτικά? εξάλλου εδώ και πολύ καιρό δεν ασχολούμαι παρά μόνο με βιβλία που μου κινούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ένας άλλος λόγος που με ώθησε να ασχοληθώ με την κριτική είναι φόβος μου να μη βρεθώ κάποια στιγμή εκτός κλίματος, θέλω να πω να μη βρεθώ έξω από το ποιητικό γίγνεσθαι, καθώς είμαι απολύτως βέβαιος ότι παρακολουθώντας κανείς εκ του σύνεγγυς τους συγκαιρινούς του ποιητές, ιδίως τους νεότερους, μόνο οφέλη αποκομίζει. Ακόμα και από την απειρία των τελευταίων, από αυτό που επιχειρούν με τόλμη, μην έχοντας την αίσθηση του όποιου κινδύνου, μπορεί να ωφεληθεί.
News Room «Κέρδος» με πληροφόρηση από το ΑΠΕ - ΑΜΠ
ΠΗΓΗ kerdos.gr
No comments:
Post a Comment
Προβάλλετε ή σχολιάστε την ανάρτηση
Σχόλιο που έχει ταυτότητα χρήστη δημοσιεύεται χωρίς λογοκρισία, αρκεί πάντα η κριτική αυτή να είναι κόσμια.
Ζητώ την κατανόηση σας!!! Από τους ανώνυμους χρήστες, οι οποίοι ως συνήθως αβασάνιστα και χωρίς προσωπικό κόστος γίνονται αμετροεπείς υβριστές.